δρέπω
δρέπω, to pluck, cull
- pluck, ἄνθεα h.Cer. 425, Hdt. 2.92, cf. E. El. 778, Ion 889 (lyr.); κασίην Hdt. 3.110: metaph., gain possession or enjoyment of, δ. τιμάν, ἥβαν, Pi. P. 1.49, 6.48, etc.; δραπὼν εὐζωᾶς ἄωτον ib. 4.130; δ. κορυφὰς ἀρετᾶν ἄπο Id. O. 1.13; σοφίας καρπὸν δ. Id. Fr. 209; λειμῶνα Μουσῶν δ., of a poet, Ar. Ra. 1300.
- II Med., pluck for oneself, cull, φύλλα δρεψάμεναι . . δρυός Od. 12.357; νάρκισσον . . δρεπόμην h.Cer. 429; Ἰσθμιάδων δρέπεσθαι ἄωτον Pi. N. 2.9; ἀπὸ κρηνῶν μελιρρύτων δρεπόμενοι τὰ μέλη Pl. Ion 534b; στεφάνως δρεψεύμεναι Theoc. 18.40; κενεὰς ἐλπίδας ἐδρεπόμαν AP 12.125 (Mel.); ἡδύσματα παρὰ τῆς ποιητικῆς Μούσης Jul. Or. 7.207c; ψυχὴν θείαν Orph. Fr. 228; αἷμα δρέψασθαι cull the fruits of murder, A. Th. 718, cf. Bion 1.22: abs., E. Hipp. 81: c. gen., κατὰ καιρὸν ἐρώτων δ. Pi. Fr. 123.1.
I
1 coger, recoger, cortar flores, frutos
δάφνης ἐριθηλέος ὄζον
ἄνθεα
ὄμφ]ακας ὠμοτέραις
κασίην
μυρσίνης πλόκους
κρόκεα πέταλα φάρεσιν ἔδρεπον
recogía pétalos de azafrán en mi vestidoχλοερὸν ... φύλλον
ἐπειδὴ μὴ ἀπ' ἐμψύχου ἐδρέφθη (λίνον)
• fig.
σοφίας καρπὸν δ.
εἴπερ ὀπώρην ἀβλήτου χρῄζει δρέψαι ἀπ' ἀκρεμόνος
si desea cortar el fruto de (mi) rama intacta sent. erót.
• en v. med. mismo sent.
φύλλα ... δρεψάμενοι ... δρυός
(ἄνθεα) ἐγὼ δρεπόμην περὶ χάρματι
χλοερὰ δρεπομέναν ἔσω πέπλων ῥόδεα πέταλα
ὑακίνθινα φύλλα ἐξ ὄρεος δρέψασθαι
ἐς λειμώνια φύλλα ἑρψεῦμες στεφάνως δρεψεύμεναι
iremos en busca de las hojas del prado para formar coronasδρέψατο ... λυγρῶν ἀποθρίσματα ῥιζῶν
θῆλυς ὄφις ... δρεψαμένη Διὸς ἄνθος ... γενείῳ
una serpiente hembra arrancando la flor de Zeus con su mandíbula
• tb. c. gen.
τῆς ῥοδωνιᾶς τοῦ ἄνθους δρεψάμενοι
• fig.
αὐτάδελφον αἷμα δρέψασθαι
segar la sangre del propio hermano, e.e., dar muerte a un hermanoἀπὸ κρηνῶν μελιρρύτων ... δρεπόμενοι τὰ μέλη
de fuentes que manan miel recolectando los versosφλυάκων ἐκ τραγικῶν ἴδιον κισσὸν ἐδρεψάμεθα
2 poét. en metáf., c. ac. de prados o campos segar, recolectar, coger las flores o los frutos de
λειμῶνα Μουσῶν ἱερὸν ... δρέπων
de la inspiración poéticaεἰς τὸν λειμῶνα καθίσας ἔδρεπεν ἕτερον ἐφ' ἑτέρῳ †αἰρόμενος
ref. la insaciabilidad de la infancia que va de flor en florνᾶμα Πολυάνθου δρέπων
cosechando la corriente del Poliantes, e.e., bebiendo de sus aguas
• tb. en v. med.
(λειμῶνα) τούτοις δρέπεσθαι ... θέμις
a éstos (los castos) les es permitido recolectar los frutos de este prado
II sólo fig., c. ac. de abstr. obtener, alcanzar c. idea de disfrutar de
τιμάν
εὐζοίας ἄωτον
ἥβαν
δρέπων μὲν κορυφὰς ἀρετᾶν ἀπὸ πασᾶν
alcanzando las cimas de todas las virtudes
• en v. med. mism. sent.
Ἰσθμιάδων δρέπεσθαι κάλλιστον ἄωτον
recogiendo la más bella excelencia de las fiestas ístmicasθαλερὰν φρένα ἐδρέψατο
ψυχὴν θείαν
ἐλπίδας
τῆς ὄψεως ... δρεπομένης τὸ ἡδὺ τῶν βλεπομένων
ἡδύσματα ... παρὰ τῆς ποιητικῆς Μούσης ἐδρέψατο
• c. gen.
χρῆν μὲν κατὰ καιρὸν ἐρώτων δρέπεσθαι
•Forma rel. c. het. tripzi, de *drep-, prob. forma alargada c. -p- sobre *der- (cf.
To pluck, pick off.
In mid. Od. 12.357.
- 1cull, reap met., enjoy δρέπων μὲν κορυφὰς ἀρετᾶν ἄπο πασᾶν (sc. Ἱέρων) O. 1.13 εὑρίσκοντο θεῶν παλάμαις τιμάν, οἵαν οὔτις Ἑλλάνων δρέπει P. 1.49 δραπὼν ἱερὸν εὐζοίας ἄωτον (sc. Ἰάσων) P. 4.130 νόῳ δὲ πλοῦτον ἄγει, ἄδικον οὔθʼ ὑπέροπλον ἥβαν δρέπων P. 6.48 καρπὸν δρέποντες fr. 6b. f. ἄν]θεα τοια[υτʼ ] ὑμνήσιος δρέπῃ Pae. 12.5 ἀτελῆ σοφίας καρπὸν δρέπειν (sc. τοὺς φυσιολογοῦντας) fr. 209. med. θαμὰ μὲν Ἰσθμιάδων δρέπεσθαι κάλλιστον ἄωτον N. 2.9 c. gen.? χρῆν μὲν κατὰ καιρὸν ἐρώτων δρέπεσθαι, θυμέ, σὺν ἁλικίᾳ (possibly tmesis, κατὰ δρέπεσθαι) fr. 123. 1. in tmesis ἀπὸ καρπὸν δρέπεσθαι v. ἀποδρέπω fr. 122. 8.
- Ito pluck, cull, Lat. carpo, Hdt., Eur., etc.:—metaph. to cull flowers from a field, δρ. λειμῶνα Μουσῶν, of a poet, Ar.
- IIMid. to pluck for oneself, cull, Od.: metaph., δρεπόμενοι τὰ μέλη Plat.; even, αἷμα δρέψασθαι to shed it, Aesch.