Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δρεπανικά
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δραῦκος
Δραχάμαι
δράχμα
δραχμαῖος
δραχμεῖος
δραχμή
δραχμήϊος
δραχμιαῖος
δραχμίον
δραχμίς
δραχμόθεν
δραχμός
δράψ
Δράψακα
δράω
Δράω
Δρέγκων
δρεῖλον
Δρεῖνος
δρέκανον
Δρέκανον
δρέμη
δρέμμα
δρέμω
Δρέπανα
Δρεπανεύς
δρεπάνη
Δρεπάνη
δρεπανηΐς
δρεπανηφόρος
δρεπανικά
δρεπάνιον
δρεπανίς
δρεπανιστής
δρεπανοειδής
δρεπανομάχαιρα
δρέπανον
Δρέπανον
δρεπανοποιός
δρεπανουργός
δρεπανοφόρος
δρεπανώδης
δρεπεύς
δρεπτεύς
δρεπτικῶς
δρεπτόν
δρεπτός
δρέπτω
δρέπω
Δρεσία
Δρεσιεύς
δρέχμονες
Δρέψα
δρεψεύμενος
Δρεψιανοί
δρῆες
δρήθω
Δρήκων
δρηλοῖ
Δρηνεία
δρηπέτης
…
δρεπανικά
Save
Pape
δρεπανικά
, ἅρματα, = δρεπανηφόρα, als
v.l.
DS. 17.58.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}