ξοανουργία
ξοανουργία, a carving of images
Could not find ξοανουργίης in Logeion dictionaries.
ξοανουργίης Noun: feminine genitive singular of ξοανουργία
ξοᾰνουργία, ἡ, = foreg., Luc. Syr.D. 34.
ξοανουργία, ας (ἡ) [ᾰν] c. le préc. Luc. Syr. 34.
Étym. ξ. ἔργον.
ξοανουργία, ἡ, = ξοανοποιΐα, Luc. Dea Syr. 34.
ξοανουργία
ξοᾰν-ουργία, ἡ,
ἔργω
- a carving of images, Luc.