Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξιφουλκέω
ξιφουλκέω, draw one’s sword
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξίρις
ξίφαι
ξιφείδιον
ξιφήν
ξιφήρης
ξιφηφορέω
ξιφηφορία
ξιφηφόρος
ξιφίας
ξιφίδιον
ξιφίζω
ξιφίνδα
ξίφιον
ξιφίον
ξίφιος
ξιφιός
ξίφισμα
ξιφισμός
ξιφιστήρ
ξιφιστής
ξιφιστύς
ξιφοδήλητος
ξιφοδρέπανον
ξιφοειδής
ξιφοθήκη
ξιφοκτονέω
ξιφοκτόνος
ξιφομάχαιρα
ξιφοποιός
ξίφος
ξιφουλκέω
ξιφουλκία
ξιφουλκός
ξιφουργός
ξιφοφορέω
ξιφοφόρος
ξιφύδριον
Ξίφων
ξοανηφόρος
ξοάνιον
ξοανογλύφος
ξόανον
ξοανοποιία
ξοανοποιΐα
ξοανουργία
ξοΐδιον
ξοΐς
Ξόϊς
ξοός
ξόος
Ξουθίδαι
Ξοῦθοι
ξουθόπτερος
ξουθός
Ξοῦθος
ξοῦθρος
Ξουσαριασταί
ξουφηρία
ξῦ
ξυάλη
ξυγγ
…
ξιφουλκέω
Save
ξιφουλκέω, draw one’s sword
Pape
ξιφουλκέω
,
das Schwert, den Degen ziehen
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}