Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
προσδιαπράττω
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προσδηλόω
προσδημαγωγέω
προσδιαβάλλω
προσδιαγράφω
προσδιαιρέομαι
προσδιαιρετέον
προσδιαιρέω
προσδιαιτάομαι
προσδιακριβόω
προσδιακρίνω
προσδιαλαμβάνω
προσδιαλέγομαι
προσδιάλεξις
προσδιαληπτέον
προσδιαλύω
προσδιαμαρτυρέω
προσδιαμαρτύρομαι
προσδιαμαχέω
προσδιαναγκάζω
προσδιανέμω
προσδιανίσταμαι
προσδιανοέομαι
προσδιανοητέον
προσδιαπασσαλεύω
προσδιαπλάσσω
προσδιαπλάττω
προσδιαπολεμέω
προσδιαπορέω
προσδιαπράσσω
προσδιαπράττομαι
προσδιαπράττω
προσδιαρθρόω
προσδιαριθμέω
προσδιαρκέω
προσδιαρπάζω
προσδιασαφέω
προσδιασαφηνίζω
προσδιασάφησις
προσδιασείω
προσδιασταλτέον
προσδιαστέλλομαι
προσδιαστέλλω
προσδιαστολή
προσδιαστρέφω
προσδιασύρω
προσδιαταράσσω
προσδιατάσσω
προσδιατάττω
προσδιατείνω
προσδιατίθημι
προσδιατριβή
προσδιατρίβω
προσδιαφέρομαι
προσδιαφθείρω
προσδιαφορέω
προσδιδάσκω
προσδίδωμι
προσδιεγγυάω
προσδιερευνάομαι
προσδιέρχομαι
προσδιευκρινέω
…
προσδιαπράττω
Save
Grieks Nederlands
προσ-διαπράττω,
meestal med.
bovendien gedaan krijgen.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts