προσδιασάφησις
προσδιασάφησις, additional explanation
προσδιασᾰφ-ησις, εως, ἡ,
- additional explanation, Alex. Fig. 2.9.
προσδιασάφησις, εως (ἡ) [σᾰ] supplément d’explication, Rhét. 8, 467 W.
Étym. προσδιασαφέω.