συστάδην
συστάδην, standing close together
συστάδην [ᾰ], Adv. = sq., Plb. 3.73.8, 13.3.7, Str. 10.1.13, Hdn. 4.15.2.
συστάδην [ᾰ] adv. c. le suiv. Pol. 3, 73, 8 ; 13, 3, 7.
Étym. συνίστημι, -δην.
συστάδην, adv., = συσταδόν ; μάχεσθαι, Pol. 3.73.8 ; καὶ ἐκ χειρὸς τὴν μάχην ποιεῖσθαι, 13.3.7 ; ἡ σ. μάχη, DS. 11.7.