Ἀδράστειος
Ἀδράστειος, of Adrastos
Could not find Ἀδραστείοις in Logeion dictionaries.
Ἀδραστείοις proper-name adjective masculine dative plural, proper-name adjective neuter dative plural of Ἀδράστειος
1 de Adrasto
νόμος
ἄεθλοι
2 epít. de Némesis Adrastea
τῇ δραστείῳ Θεᾷ Νεμέσι
Ἀδράστειος, ος, ον, d’Adraste, Pd. N. 10, 52, etc.
Étym. Ἄδραστος.
Ἀ˘δράστειος
- 1of Adrastos τρὶς μὲν ἐν πόντοιο πύλαισι λαχών, τρὶς δὲ καὶ σεμνοῖς δαπέδοις ἐν Ἀδραστείῳ νόμῳ (τὰ Νέμεα· οἱ γὰρ ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας ἀνενεώσαντο τὰ Νέμεα, ὧν εἷς Ἄδραστος. Σ.) N. 10.28 ἔν τʼ Ἀδραστείοις ἀέθλοις Σικυῶνος (τὰ Πύθια. Σ.) I. 4.26