ἀδράνεος
ἀδράν-εος, η, ον,
- = ἀδρανής, AP 9.135.
débil, impotente
τύχη
ἀδράνεος, α, ον, c. ἀδρανής, Anth. 9, 135.
ἀδράνεος, α, ον, = ἀδρανής, Pallad. 141 (IX.135).
débil, impotente
τύχη