scoffing
scoffing
adj.
V. κέρτομος.
adj.
V. κέρτομος.
scoffing
subs.
P. and V. γέλως, ὁ, κᾰτᾰγέλως, ὁ, P. χλευασία, ἡ, χλευασμός, ὁ, V. κερτόμησις, ἡ.
Insult: P. and V. ὕβρῐς, ἡ.
subs.
P. and V. γέλως, ὁ, κᾰτᾰγέλως, ὁ, P. χλευασία, ἡ, χλευασμός, ὁ, V. κερτόμησις, ἡ.
Insult: P. and V. ὕβρῐς, ἡ.