scornful
scornful
adj.
P. and V. σεμνός, ὑψηλός, P. ὀλίγωρος, ὑ̆περήφανος, μεγαλόφρων, ὑ̆περοπτικός, V. ὑ̆πέρφρων, ὑ̆πέρκοπος, ὑψηλόφρων, ὑψήγορος, σεμνόστομος, Ar. and V. γαῦρος.
Scornful of: P. ὑ̆περοπτικός (gen.), ὀλίγωρος (gen.).
adj.
P. and V. σεμνός, ὑψηλός, P. ὀλίγωρος, ὑ̆περήφανος, μεγαλόφρων, ὑ̆περοπτικός, V. ὑ̆πέρφρων, ὑ̆πέρκοπος, ὑψηλόφρων, ὑψήγορος, σεμνόστομος, Ar. and V. γαῦρος.
Scornful of: P. ὑ̆περοπτικός (gen.), ὀλίγωρος (gen.).
SCORNFUL
Vid: CONTEMPTUOUS
Vid: CONTEMPTUOUS
scornful: fastīdiōsus: s. of Latin literature, f. literarum Latinarum, Cic. Brut. 70, 247: v. CONTEMPTUOUS , DISDAINFUL . (Also contemptor, sprētor, may be used: s. temper, contemptor animus [et superbia], Sall. Jug. 64: cf. L. G. § 598.)