temerity
temerity
subs.
P. προπέτεια, ἡ, θρασύτης, ἡ, εὐχέρεια, ἡ, P. and V. ἀ̆βουλία, ἡ, ἀ̆σῠνεσία, ἡ (Eur. Frag.), θρά̆σος, τό, τόλμᾰ, ἡ, ἀφροσύ̆νη, ἡ, Ar. and V. δυσβουλία, ἡ.
Rash act: P. and V. τόλμημα, τό, κινδύ̄νευμα, τό.
subs.
P. προπέτεια, ἡ, θρασύτης, ἡ, εὐχέρεια, ἡ, P. and V. ἀ̆βουλία, ἡ, ἀ̆σῠνεσία, ἡ (Eur. Frag.), θρά̆σος, τό, τόλμᾰ, ἡ, ἀφροσύ̆νη, ἡ, Ar. and V. δυσβουλία, ἡ.
Rash act: P. and V. τόλμημα, τό, κινδύ̄νευμα, τό.
TEMERITY
Vid: RASHNESS.
Vid: RASHNESS.
temerity: tĕmĕrĭtas, Cic.: v. RASHNESS .