unendurable
unendurable
adj.
P. and V. οὐκ ἀ̆νεκτός, οὐκ ἀ̆νασχετός (rare P.), οὐ φορητός, V. οὐχ ὑ̆ποστᾰτός, δύσοιστος, δύσφορος, ἄτλητος, ἄ̆φερτος, P. ἀφόρητος, Ar. and V. οὐ τλητός.
adj.
P. and V. οὐκ ἀ̆νεκτός, οὐκ ἀ̆νασχετός (rare P.), οὐ φορητός, V. οὐχ ὑ̆ποστᾰτός, δύσοιστος, δύσφορος, ἄτλητος, ἄ̆φερτος, P. ἀφόρητος, Ar. and V. οὐ τλητός.