unsubmissive
unsubmissive
adj.
P. and V. στερεός, σκληρός, Ar. and V. στερρός, V. περισκελής.
Self-willed: P. and V. αὐθά̄δης.
Disobedient: P. δυσπειθής, ἀπειθής.
adj.
P. and V. στερεός, σκληρός, Ar. and V. στερρός, V. περισκελής.
Self-willed: P. and V. αὐθά̄δης.
Disobedient: P. δυσπειθής, ἀπειθής.