About
Menu

winning

winning
adj.
Victorious:
P. and V. κρείσσων, P. ἐπικρατής, καθυπέρτερος, V. ὑ̆πέρτερος.
The winning side:
P. and V. οἱ κρείσσονες, οἱ κρᾰτοῦντες.
Attractive:
P. ἐπαγωγός, προσαγωγός, ἐφολκός.
Charming:
Ar. and P. χᾰρίεις, P. εὔχαρις, ἐπίχαρις.
Delightful:
P. and V. τερπνός, ἡδύς ; see delightful.Persuasive: P. and V. πῐθᾰνός, εὐπειθής, πειστήριος.

Saved

Recent