About
Menu

wisely

wisely
adv.
P. and V. σοφῶς.
Sensibly:
P. and V. σωφρόνως, Ar. and P. φρονί̆μως, P. ἐμφρόνως, νουνεχόντως, V. φρονούντως, σεσωφρονισμένως.

Saved

Recent