Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Αὐάρικον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἄτυχος
ἀτυχῶς
ἄτω
ἀτῶμαι
ἄτωπ
ἄτωρ
αὖ
αὐ
αὗ
αὗ αὗ
αὖ αὖ
αὔα
ἀυάδεες
Αὔαθα
Αὐαθηνοί
Αὑαίνος
Αὑαίνου
Αὑαίνου λίθος
αὐαίνω
αὐαλέος
Αὐαλῖται
Αὐαλίτης
Αὐαλός
αὔανσις
αὐαντή
αὐαντήρ
αὐαντικός
αὐαρά
Αὐάρα
Αὐαρηνοί
Αὐάρικον
Αὐαρικόν
Αὔαρις
Αὔαρον
Αὔαρος
Αὔαρποι
Αὔασις
αὐασμός
ἀυάτα
αὐάτα
Αὐατικοί
αὐαψή
αὐγά
αὐγάζομαι
αὐγάζω
Αὐγαί
Αὐγαία
Αὐγάλα
Αὐγαλοί
Αὔγαρα
αὔγαρος
Αὔγαρος
αὐγάσδεο
Αὐγάσιοι
αὔγασμα
αὐγασμός
αὐγάστειρα
Αὐγέας
Αὐγεάτης
Αὐγειαί
Αὐγείας
…
Αὐάρικον
Save
Bailly 2024
Αὐάρικον,
ου
(
τὸ
) =
lat.
Avaricum
(
auj.
Bourges),
v. de Gaule,
DC.
40, 34
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}