Ζηνώνειος
Ζηνώνειος, of Zeno
Ζηνώνειος, ον,
- of Zeno, αἵρεσις D.L. 1.19; τὸ Z. Ph. 2.460; Z., ὁ, Stoic philosopher, D.L. 7.5:—also Ζηνωνικός, Dor. Ζᾱν-, ή, όν, ἔρως Cerc. 9.16.
Ζηνώνειος, ος, ον, de Zénon, Timon (Ath. 158a).
Étym. Ζήνων.