Λουκούλλεια Save Brill-Montanari Bailly 2024 Λουκούλλεια -ων, τά [Λούκουλλος] festival of Lucullus App. 12.76. Λουκούλλεια, ων (τὰ) fêtes de Lucullus, Plut. Luc. 23 ; App. Mithr. 76. Étym. Λούκουλλος.