About
Menu

λοῦμα

λοῦμα, stream

λοῦμα, ατος, τό, (λούω)
  • stream, Epigr.Gr. 903.2 (Sardes).
    • II λούματα· τὰ τῶν πτισσομένων κριθῶν ἄχυρα (Cypr.), Hsch. (ἀούματα cod.); cf. ἀπολούω.

Saved

Recent