Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μανικός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μανδροκλέης
Μανδροκλείδας
Μανδρόλυτος
Μάνδρων
μανδύα
μανδύας
μανδύη
μανδυοειδής
μανδύς
Μανεθών
Μανεθώς
μανέομαι
Μανερῶς
Μανέρως
μανέρως
μάνη
μάνης
Μάνης
Μανῆς
μανθάνω
μανία
Μανία
μανιάκης
μανιακός
μάνιαξ
μανιάς
μανιάω
μανιητόκος
μανίκια
μανικός
Μανικός
μανικώδης
μανικῶς
Μανίλιος
Μανίλλιος
μανιόκηπος
μανίον
μανιοποιέω
μανιοποιός
Μάνιος
μανιουργέω
μᾶνις
Μάνις
Μανιχαῖος
μανίω
μανιώδης
μανιωδῶς
Μάνλιος
μάννα
μαννάκιον
μαννάριον
μάννινον
μαννοδότης
μάννος
μαννοφόρος
μαννώδης
Μανόδωρος
μανοειδής
μανόκαρπος
μανός
μάνος
…
Μανικός
Save
Bailly 2024
Μανικός,
ή, όν,
qui concerne Manis,
Plut.
Is. et Os.
24
.
Étym.
Μάνις
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}