Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μόσσυνες
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μορφάεις
μορφάζω
μόρφασμα
μορφασμός
μορφάω
Μορφεύς
μορφή
μορφήεις
μόρφνος
μορφνός
μορφοειδής
μορφοποιέω
μορφοποιΐα
μορφοποιός
μορφοσκοπία
μορφοσκόπος
μορφοφανής
μορφόω
μορφύνω
Μορφώ
μορφώ
μορφώζω
μόρφωμα
μόρφωσις
μορφωτικός
μορφωτικῶς
μορφώτρια
μοσπνεῦσαι
μόσσυν
μοσσύνειν
Μόσσυνες
Μοσσυνικός
Μόσσυνοι
Μοσσύνοικοι
μόσσυνος
Μοστηνός
μοσυλῖτις κασία
μόσυλον
μόσυν
Μοσύνοικοι
μόσυνος
Μόσυνος
Μόσυχλος
μοσχανοσῖτος
μοσχάριον
μοσχάς
μοσχέα
μοσχεία
μόσχειος
μοσχέλαιον
μόσχευμα
μοσχευματική
μοσχευματικός
μόσχευσις
μοσχεύω
μοσχῆ
μοσχηδόν
μοσχίας
μοσχιάω
μοσχίδιον
μοσχίναι
…
Μόσσυνες
Save
Bailly 2024
Μόσσυνες,
ων
(
οἱ
)
[
ῡ
]
c.
Μοσσύνοικοι,
Artém.
1, 8
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}