Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πήρα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πηνελόπεια
Πηνελόπη
πηνέλοψ
πήνη
πηνήκη
πηνηκίζω
πηνήκισμα
πηνῆτις
πηνίζομαι
πηνίζω
πηνίκα
πηνίκη
πηνικίζω
πηνίκισμα
πηνίον
πήνισμα
πηνῖτις
Πηνῖτις
πηνοειδής
πῆνος
πήνω
πήξασθαι
πῆξε
πηξιθάλαττα
πῆξις
πηός
πηοσύνη
πηόω
πήποκα
πήρα
Πήρα
πήραξον
Πήρεια
Πηρείη
πήρη
πηρίδιον
πηρίν
πηρίνα
πῆριξ
Πηριφόνα
πηρόδετος
πηρομελής
πηρός
πῆρος
πηροφόρος
πηρόω
Πηρώ
πηρώδης
πήρωμα
πηρώνυμος
πήρωσις
πῆς
πήσασθαι
πῆσις
πήσσω
πήττω
πητύα
πηχεσμός
πῆχθεν
πηχίζω
πήχιον
…
Πήρα
Save
Bailly 2024
Πήρα,
ας
(
ἡ
) Pèra,
n. de v.
Cratès
fr. 7, Bgk
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}