Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πηροφόρος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πηνίον
πήνισμα
πηνῖτις
Πηνῖτις
πηνοειδής
πῆνος
πήνω
πήξασθαι
πῆξε
πηξιθάλαττα
πῆξις
πηός
πηοσύνη
πηόω
πήποκα
πήρα
Πήρα
πήραξον
Πήρεια
Πηρείη
πήρη
πηρίδιον
πηρίν
πηρίνα
πῆριξ
Πηριφόνα
πηρόδετος
πηρομελής
πηρός
πῆρος
πηροφόρος
πηρόω
Πηρώ
πηρώδης
πήρωμα
πηρώνυμος
πήρωσις
πῆς
πήσασθαι
πῆσις
πήσσω
πήττω
πητύα
πηχεσμός
πῆχθεν
πηχίζω
πήχιον
πηχίσκος
πήχισμα
πηχισμός
πηχυαῖος
πηχυαλές
πήχυιος
πηχύνω
πήχυος
πῆχυς
πῖ
πιάζω
πιαίνω
πιαλέος
Πιαλεύς
…
πηροφόρος
Save
Pape
πηροφόρος
,
den Ränzel tragend
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}