Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Σεραπιακός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σεμσέλλιον
σενδούκη
Σενέκας
Σενεκίων
σεννίον
Σέννωνες
Σένονες
Σέντιος
Σέξστος
Σεξτίλιος
Σέξτιος
Σέξτος
σέο
σέος
Σεουῆρα
σεπτάς
Σεπτέμβριος
Σεπτεμπάγιον
σεπτέος
σεπτεύω
σεπτήρια
σεπτήριον
σεπτήριος
σεπτικός
Σεπτίμιος
Σεπτιμούντιον
σεπτός
Σεπτουμουλήϊος
Σέπφωρις
Σεραπεῖον
Σεραπιακός
σεραπιάς
Σεραπιάς
Σέραπις
Σεραπίων
Σεράπνα
Σεραφείμ
Σερβήλεια
Σερβιλία
Σερβίλιος
Σέρβιος
Σερβωνίς
Σέργιος
σεργοί
σερίνη
σέρινος
σέρις
σερίφη
σερίφιον
Σερίφιος
σέριφον
σέριφος
Σέριφος
Σερμύλη
Σερμύλιοι
σέρμων
σερός
Σερουήϊος
Σερουήλιος
Σερουϊλία
Σερουιλία
…
Σεραπιακός
Save
Bailly 2024
Σεραπιακός,
οῦ
(
ὁ
) [
ᾱᾰ
] Sérapiakos,
h.
Anth.
App.
345
.
Étym.
Σέραπις
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}