σέριφος Save Bailly 2024 Pape 1 σέριφος, ου (ὁ) γραῦς σέριφος, Zénob. 1, 56, vieille fille ; cf. σερίφη.2 σέριφος, ου (ἡ) [ῑ] c. σερίφιον, Diosc. 3, 27. σέριφος, [ῑ], ἡ, = σέριφον.