αἰγιβάτας
αἰγιβάτας, mounting she-goats
αἰγιβάτας
- 1mounting she-goats Μένδητα αἰγιβάται ὅθι τράγοι γυναιξὶ μίσγονται (Hermann: αἰγίβατοι, -βοτον codd.) fr. 201. 2.