About Report a problem

Menu

αἰγικός

αἰγικός, ή, όν,
  • = αἴγειος, PGrenf. 2.51.15 (ii A. D.).
      • 2 αἰγι-κόν, τό, = ἄγρωστις, Ps.-Dsc. 4.29.

Saved

Recent