αἰγιλωπικός
αἰγιλωπικός, for the treatment of αἰγίλωψ III
αἰγιλωπικός, ή, όν,
- for the treatment of αἰγίλωψ III, καυτήρια Paul. Aeg. 6.22.
para el tratamiento de la fístula lacrimal
καυτήρια
αἰγιλωπικός, ή, όν [γῐ] de la fistule lacrymale, P. Eg. 138 Briau.