αἴγερος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape αἴγερος, ἡ, = αἴγειρος, Com.Adesp. 1276. αἴγερος v. αἴγειρος. αἴγερος, ου (ἡ) c. αἴγειρος, Com. (Com. fr. 4, 621). αἴγερος, = αἴγειρος, EM. 28.39.