βάβαξ
βάβαξ, chatterer
βάβαξ, ακος, ὁ,
- chatterer, Archil. 33, Lyc. 472.
1 charlatán, gárrulo
κατ' οἶκον ἐστρωφᾶτο μισητὸς β.
στεῖλαι τριπλᾶς θύγατρας ὁ σπείρας β.
2
βάβακα· τὸν γάλλον
βάβαξ, ακος (ὁ) [ᾰᾰκ] c. le préc. Archil. Lyc.
βάβαξ, ακος = βαβάκτης 1), Archil. 26 ; Lycophr. 472.