βεστίον
βεστίον, clothing
βεστίον, τό,
- clothing, PLond. 5.1654 (iv A. D.).
lat. uestis, ropa, vestido
ἀφορίσας οἶνον, κρέα καὶ βεστία
βεστία ἐποίει αὐτοῖς
βεστίον, clothing
lat. uestis, ropa, vestido
ἀφορίσας οἶνον, κρέα καὶ βεστία
βεστία ἐποίει αὐτοῖς