βέφυρα Save LSJ DGE Bailly 2024 βέφῡρα, Boeot. for γέφυρα, Stratt. 47.5. βέφυρα v. γέφυρα. βέφυρα, ας (ἡ) [ῡ] béot. c. γέφυρα, Stratt. fr. 47.