βραδυκίνητος
βραδυκίνητος, slow-moving
βρᾰδῠ-κίνητος [ῑ], ον,
- slow-moving, Gal. 5.318, Adam. 1.7: Comp. -τότερος Phlp. in Ph. 680.31: Subst. βρᾰδῠ-κῑνησία, ἡ, Aristid.Quint. 2.9, Diog.Oen. 71.
de movimiento lento
ψυχῆς μόρια
ἐπὶ τοῦ βραδυκινήτου στοιχείου τοῦ ὕδατος
ἀστήρ
τὸ αὐτὸ κινηθὲν διάστημα βραδυκινητότερον
βραδυ·κίνητος, ος, ον [ᾰῠῑ] qui se meut lentement, Gal. 5, 121 ; Polém. Adam. etc.
Étym. βρ. κινέω.
βραδυκίνητος, sich langsam bewegend, Sp.