Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βραδύλογος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βραδέως
βράδινος
βρᾴδιον
βράδιον
βράδιστος
βράδος
Βραδούας
βραδυανάφορος
βραδυβάμων
βραδυβουλία
βραδυγαμέω
βραδυγαμία
βραδύγαμος
βραδυγενής
βραδυγλωσσία
βραδύγλωσσος
βραδυγνώμων
βραδυδινής
βραδυήκοος
βραδυθάνατος
βραδύθω
βραδύκαρπος
βραδυκατάφορος
βραδυκινησία
βραδυκίνητος
βραδυκρίσιμος
βραδυλαλέω
Βράδυλλις
βραδυλογία
βραδυλόγος
βραδύλογος
βραδυμάθεια
βραδυμαθής
βραδύνοια
βραδύνοος
βραδυνός
βραδύνους
βραδύνω
βραδυπαθέω
βραδυπειθής
βραδυπεπτέω
βραδύπεπτος
βραδυπετή
βραδυπευθής
βραδυπεψία
βραδύπιστος
βραδυπλοέω
βραδυπλοΐα
βραδύπνοος
βραδυπορέω
βραδύπορος
βραδυπόρος
βραδύπους
βραδύς
βραδυσιτέω
βραδυσιτία
βραδυσκελής
βραδυσμός
βραδυστομέω
βραδυτεκνία
βραδυτής
…
βραδύλογος
Save
DGE
βραδύλογος
-ον
que habla lentamente
Sch.Er.
Il
.3.155a.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}