γέρυνος
γέρῠνος, ὁ,
- = γύρινος, Nic. Th. 620, Al. 563.
renacuajo
γερύνων καναχοὶ ... τοκῆες
γέρυνος, ου (ὁ) [ῠ] c. γυρῖνος, Nic. Th. 620 ; Al. 576.
γέρυνος, ὁ, = γυρῖνος, Nic. Th. 920, Al. 576.