Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Γέρραι
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Γερόντιος
γέροντο
γεροντογρᾴδιο
γεροντοδιδάσκαλος
γεροντοειδής
γεροντοκομεῖον
γεροντοκομικά
Γεροντοκομικός
γεροντοκόμος
γεροντομανία
Γεροντομανία
Γεροντομαχία
γεροντοπύγισο
Γερόντων λιμήν
γερός
Γεροῦνδα
Γερουνῖνος
Γερούνιον
Γέρουσα
γερουσία
γερουσιάζω
γερουσιακός
γερουσιάρχης
γερουσιάρχισσα
γερουσιάρχων
γερουσίας
γερουσιαστής
γερούσιος
Γέρρα
γερράδια
Γέρραι
Γερραιίδαι
Γερραῖος
Γέρρη
Γερρηνοί
Γέρροι
ΓερροκλέϜης
γέρρον
Γέρρον ὅριον
Γέρρος
γερροφόροι
γερροφόρος
γερροφυλακία
γερροφύλαξ
γερροχελώνη
γέρρω
γέρσιμος
γέρσυμον
Γερτοῦς
γέρυνος
γέρυς
γερύτας
γερῶα
γερωΐα
γέρων
γερῶν
Γέρων
γερωνία
Γερωνία
γερώνοιον
γερωσία
…
Γέρραι
Save
DGE
Γέρραι
-ῶν, οἱ
gerras
pueblo del sur del Danubio, D.P.321.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}