About Report a problem

Menu

γαγγίας

γαγγίας ἤ γαγγαλίας (leg. γαγγαλίδας) · οἱ μὲν γελασῖνον, οἱ δὲ τὴν τῶν νεύρων (ἐρίων cod.) συστροφήν, ἄλλοι ὑποστάθμην, Hsch.

Saved

Recent