Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γαλλερίας
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γαλιάω
Γάλιβα
γαλίβδολον
γαλιδεύς
Γαλιῆνος
Γαλικανός
Γαλιλαία
Γαλιλαῖος
Γαλιναρία
Γαλίνδαι
γαλίνη
Γαλινθιάς
γάλινθοι
γαλιοβραχίων
γάλιον
γαλιός
γαλίοψις
γάλις
γάλιψις
γαλιώνυμος
Γάλλα
γαλλάζω
Γαλλαϊκή
Γαλλαϊκὴ χώρη
γαλλαῖον
γαλλαῖος
Γαλλαῖος
γαλλαρίας
γάλλαρος
γαλλεάριος
γαλλερίας
γαλλερίδας
Γαλλήσιος
γάλλι
γάλλια
Γαλλία
γαλλιαμβικόν
γαλλιαμβικός
γαλλίαμβος
γαλλιάριος
Γαλλιενός
Γάλλικα Φλαουία
Γαλλικανός
γαλλικός
Γαλλικός
Γαλλιναρία
Γάλλιος
γαλλιστί
Γαλλίων
γαλλιώτας
γαλλοβραχίων
Γαλλογραικία
Γαλλογραικοί
γάλλοι
γαλλομανεῖς
γαλλομανής
Γάλλος
γάλλος
γάλμινος
γάλον
γαλοῦμβρος
…
γαλλερίας
Save
LSJ
DGE
γαλλερίας, ου, ὁ,
= ὀνίσκος,
Dorio
ap.
Ath.
7.315f.
γαλλερίας
v.
καλλαρίας
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}