Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γαλλικός
γαλλικός, gelded
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γαλιοβραχίων
γάλιον
γαλιός
γαλίοψις
γάλις
γάλιψις
γαλιώνυμος
Γάλλα
γαλλάζω
Γαλλαϊκή
Γαλλαϊκὴ χώρη
γαλλαῖον
γαλλαῖος
Γαλλαῖος
γαλλαρίας
γάλλαρος
γαλλεάριος
γαλλερίας
γαλλερίδας
Γαλλήσιος
γάλλι
γάλλια
Γαλλία
γαλλιαμβικόν
γαλλιαμβικός
γαλλίαμβος
γαλλιάριος
Γαλλιενός
Γάλλικα Φλαουία
Γαλλικανός
γαλλικός
Γαλλικός
Γαλλιναρία
Γάλλιος
γαλλιστί
Γαλλίων
γαλλιώτας
γαλλοβραχίων
Γαλλογραικία
Γαλλογραικοί
γάλλοι
γαλλομανεῖς
γαλλομανής
Γάλλος
γάλλος
γάλμινος
γάλον
γαλοῦμβρος
γαλουργέω
γαλουχέω
γαλουχία
γαλοῦχος
γάλοφος
γάλοως
γαλόως
γαλσιόν
Γαλύβη
γαλωνές
γαλωνίς
Γάλωρον
γάλως
…
γαλλικός
Save
γαλλικός, gelded
LSJ
γαλλικός, ή, όν,
perh.
gelded,
POxy.
1836 (v/vi A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}