γεγυμνωμένως
γεγυμνωμένως, defencelessly
γεγυμνωμένως,
- defencelessly, J. Ap. 1.22. γεγυναικωμένα· πέμματά τινα, Hsch.
adv. sobre el part. perf. de
γεγυμνωμένως, adv. à nu, Hécat. (Jos. c. Ap. 1, 22).
Étym. γυμνόω.
γεγυμνωμένως, entblößt, Jos.