Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γερδιών
γερδιών, weaving-shed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γεργαθός
γέργανα
γεργέλωψ
γέργερα
γεργέριμοι
γεργέριμος
γεργέρινος
γέργερος
Γεργεσαῖος
Γεργεσηνός
γέργιδες
Γέργιθα
Γέργιθες
Γεργίθιοι
Γεργίθιος
Γέργιθος
Γέργινα
Γεργίνοι
Γεργῖνος
Γέργις
Γεργοουία
γέργυπες
γέργυρα
γερδία
γερδίαινα
γερδιακός
γερδιεῖον
γερδιοραβδιστής
γερδιός
γέρδιος
γερδιών
γερδονσία
γερδοποιόν
γέρεα
Γερεᾶτις
γερεαφόρος
Γέρεισα
Γέρεπα
Γέρεστος
γέρην
Γέρην
Γερηνία
Γερήνιος
Γερηνίς
Γέρηνος
Γερηνός
Γέρης
γερητηρία
Γερητοθεόδωροι
γερηφορία
γερηφόρος
γερθυρέον
γερθυρεόν
γεριμία
γέρινθοι
γερῖνος
Γέρμα
Γερμανία
Γερμανίκειος
Γερμανικεύς
Γερμανικόπολις
…
γερδιών
Save
γερδιών, weaving-shed
LSJ
γερδιών, ῶνος, ὁ,
weaving-shed,
PFlor.
50.70 (iii A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}