About Report a problem

Menu

γεργέρινος

γεργέρινος,
  • = γεργῖνος, Hsch. γέργερος· βρόγχος, Id.; cf. γαργαρεών. γεργέροψ· ζῷον, Id. (γεργέλ- cod.). γεργῖνος, ὁ, = διάβολος, Id. γέργυπες· νεκροί, Id.

Saved

Recent