Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γεροίταν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γερητηρία
Γερητοθεόδωροι
γερηφορία
γερηφόρος
γερθυρέον
γερθυρεόν
γεριμία
γέρινθοι
γερῖνος
Γέρμα
Γερμανία
Γερμανίκειος
Γερμανικεύς
Γερμανικόπολις
Γερμανικός
Γερμάνιοι
Γερμανοί
Γερμανολέτης
Γερμανολέτις
Γερμανόν
Γερμανόπολις
γερμανός
Γερμανός
Γέρμαρα
Γέρμη
Γερμηνός
Γερμιάνα
γεροάκται
ΓερόϜενς
γεροῖα
γεροίταν
γεροιτάν
ΓεροκλέϜης
γέρον
Γερόνθραι
Γερονθραταί
γερονταγωγέω
γεροντάριον
γεροντεία
Γερόντειον
γερόντειος
γεροντεύω
γεροντία
γεροντιαῖος
γεροντίας
γεροντιάω
γεροντίζω
γεροντικός
γεροντικῶς
γερόντιο
γερόντιον
Γερόντιος
γέροντο
γεροντογρᾴδιο
γεροντοδιδάσκαλος
γεροντοειδής
γεροντοκομεῖον
γεροντοκομικά
Γεροντοκομικός
γεροντοκόμος
γεροντομανία
…
γεροίταν
Save
LSJ
γεροίταν·
πάππον
(Cypr.),
Hsch.
; cf.
γέρυς
,
γερύτας
,
= γέρων, Id.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}