Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γοργόσιον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Γόργιππος
Γοργίων
Γοργοδρακοντοδόκα
γοργοκτόνος
Γοργολέων
Γοργολόφα
Γοργολόφας
Γοργολόφης
Γοργόμματος
Γοργόνα
Γοργονεία
Γοργόνειος
γοργόνειος
γοργόνες
γοργονεύω
Γοργόνη
γοργόνη
Γοργονία
Γοργονιάς
Γοργόνιον
γοργόνιον
Γοργονώδης
Γοργόνωτος
Γοργόνωτος ἀσπίς
γοργόομαι
γοργόπλοος
Γοργορωμεῖς
γοργός
Γόργος
Γοργός
γοργόσιον
γοργότης
Γοργοτομία
γοργοτομία
γοργόφθαλμος
Γοργοφόνα
γοργοφόνη
Γοργοφόνη
Γοργοφόνος
γοργοφόνος
Γοργυθίων
Γόργυθος
Γοργύλος
γοργύνη
γοργυνθίας
γόργυρα
Γόργυρα
Γοργυρεύς
γοργύρη
γοργύριον
γόργυρον
Γοργώ
Γοργών
Γόργων
γοργώνιον
Γοργώπα
Γοργώπας
γοργωπιάσκω
γοργῶπις
Γοργῶπις
Γοργωπὶς λίμνη
…
γοργόσιον
Save
DGE
γοργόσιον
-ου, τό
bot. especie de
nabo silvestre
Ps.Dsc.2.110.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}