γυψώδης
γυψώδης, chalky
γυψ-ώδης, ες,
- chalky, γάλα Sor. 1.91, cf. Eust. 1304.27.
de color de yeso
γάλα
ὑπόχυμα
γῆ
γυψώδης, ες, gypsartig, Eust.
γυψώδης, chalky
de color de yeso
γάλα
ὑπόχυμα
γῆ