δάγμα Save LSJ Bailly 2024 Pape δάγμα, ατος, τό, v. δάχμα. δάγμα, ατος (τὸ) morsure, Nic. Th. 119. Étym. δάκνω ; cf. δῆγμα. δάγμα, τό, = δῆγμα, Nic. Th. 119 u. öfter.