δεράς Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell δεράς, άδος (ἡ) [ᾰδ] c. δειράς, Soph. Ph. 491. δεράς -άδος, ἡ [~ δειράς] bergrug; hooggelegen vallei; graat, pas (tussen twee valleien). δεράς, άδος, ἡ, = δειράς, nach Hermanns Conj., Soph. Phil. 491 ; Eur. I.T. 1240. δεράς = δειράς, Soph.