δραγμή Save δραγμή, handful LSJ DGE Pape δραγ-μή, ἡ, handful, EM 285.52. II = δραχμή (q. v.). δραγμή v. δραχμή. δραγμή, ἡ, = δράγμα, EM. – Oft v.l. für δραχμή.