δραγματηγέω
δραγματηγέω, convey sheaves
δραγμᾰτ-ηγέω,
- convey sheaves, BGU 698.14 (ii A. D.).
transportar gavillas de los campos a las eras
δραγματηγοῦμεν ἐν τῷ κλήρῳ
ἔπεμψά σοι τοὺς καμήλους ὅπως ... [δρα]γματηγήσωσι
δραγματηγ(οῦντες) ὄνοι